Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΦΟΡΤΩΜΑ

Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε μια νύφη φρέσκια, "τση Δευτέρας" που λέμε. Μικροπαντρεμένη, δεν ήξερε ούτε από νοικοκυργιό ούτε τίποτα!
Την πήρε η μαύρη η πεθερά της πού 'τανε καλή όχι σαν κάτι σιούστραβα, να πάνε στο λόγγο για ξύλα.
-Μη σκιάζεσαι τη δουλειά νυφούλα μου, τσ' είπε, δεν είναι τίποτες! Για έτσι, στον κώλο θα κάθεσαι, στον τόπο, και θα μαζεύτεις τα ξύλα. Θα τα κλαρίζεις με το κασάρι και θα κάνεις το ζάλωμα κομματιώρα!
Έτσι είπε η βάβω, κι έκατσε στο ρουμάνι κι έκαμε μια θερία θυμωνιά για να δείξει τση νύφης πόσο άξια ήταν. Έριξε την τριχιά και τα φόρτωσε στον πλάτη.
Πήραν το δρόμο για το σπίτι, η πεθερά μπροστά ζαλωμένη, κι η νύφη από πίσω.
Έλα όμως που τα ξύλα ήταν πολλά κι η πεθερά μεγάλη! Άρχισε να ζορίζεται…
Στην πρώτη στροφή, τσ' έφυγε μιά πορδή κι ύστερ' από λίγο κι άλλη μιά.
 Μόλις φτάκανε στο πιάδι, από τη λαχτάρα της να ξεζαλωθεί για να πιεί έναν κόμπο νερό, τσ' έφυγαν καμπόσες μαζωμένες!
Η καψονύφη από πίσω τσι ρούφαγε όλες!
-Ούι, μωρη μάνα! τσ' είπε με τσι μύτες ρουφημένες.
-Με στο λόγγο ξύλα κάνεις, μα στο δρόμο όλο κλάνεις!


Αυτό το λέμε γι αυτουνούς που λένε πολλά "θα", αλλά στον πάτο, όταν έρθει η ώρα να την κάνουν τη δουλειά δεν τα καταφέρνουν!

Δεν υπάρχουν σχόλια: